Πολιορκία μετά μουσικής

6 09 2010

Σεπτέμβριος του 1941. Η Βέρμαχτ έχει μόλις ολοκληρώσει τον περίπατό της στις σημερινές βαλτικές δημοκρατίες και έχει φτάσει μπροστά στο Λένινγκραντ. Ο στρατηγός φον Λέεμπ μπροστά στις αντικειμενικές δυσκολίες και το αναμενόμενο κόστος σε ζωές και υλικό, αρνείται να εφαρμόσει τις διαταγές του Χίτλερ για ισοπέδωση της πόλης. Οργανώνει λοιπόν την πολιορκία της πόλης με εξοντωτική μεθοδικότητα. Χρησιμοποιεί μάλιστα και συμμαχικές δυνάμεις (Ισπανούς και Φινλανδούς) για να την περικυκλώσει τελείως, ενώ η Λουφτβάφε τη σφυροκοπάει από αέρος.

Τα πράγματα για τους Ρώσους είναι κάτι παραπάνω από σκούρα: Τα αποθέματα σε τρόφιμα αρκούν για λίγο παραπάνω από ένα μήνα. Το πετρέλαιο για ακόμα λιγότερο και μάλιστα εξαντλείται στα τέλη του Σεπτέμβρη. Η απόπειρα των κατοίκων να προμηθευτούν ξύλα από τα γύρω δάση κατέληξε σε παταγώδη και πολύνεκρη αποτυχία. Η χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος απαγορεύτηκε σε όλους και παντού, πλην των στρατιωτικών εγκαταστάσεων.

Μέσα σε αυτό τον ασφυκτικό κλοιό έζησε για κάτι περισσότερο από ένα μήνα και ο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς. Ένας από τους πλέον χαρισματικούς συνθέτες του 20ού αιώνα, ο οποίος περνούσε με χαρακτηριστική άνεση από την ευμένεια του σταλινικού καθεστώτος στη δυσμένειά του και τούμπαλιν. Ο Σοστακόβιτς ξεκίνησε να γράφει επί τόπου την 7η Συμφωνία του (ολοκλήρωσε εκεί τα τρία πρώτα μέρη της), συμμετείχε ως εθελοντής στην πολιτοφυλακή και σε πυροσβεστικές μονάδες, ενώ στα πλαίσια της κρατικής εκστρατείας εμψύχωσης, εκφώνησε και ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον ρωσικό λαό. Τον Οκτώβριο του 1941, ο συνθέτης και η οικογένειά του φυγαδεύτηκαν στο Kyubishev (σημερινό Samara), όπου η συμφωνία ολοκληρώθηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά.

Η επίσημη πρεμιέρα του έργου στην Μόσχα, στις 27 Μαρτίου, έγινε κάτω από επικίνδυνες συνθήκες, όμως οι θεατές δεν εγκατέλειψαν τις θέσεις ούτε και έπειτα από συναγερμό αεροπορικής επιδρομής. Ο Στάλιν ήθελε να κάνει το έργο γνωστό και εκτός Σοβιετικής Ένωσης: τον Ιούνιο και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς το έργο παρουσιάστηκε στο Λονδίνο και στην Νέα Υόρκη και έγινε σύμβολο της ρωσικής αντίστασης τόσο στην Ε.Σ.Σ.Δ. όσο και στη Δύση. Η επιθυμία όμως του Σοστακόβιτς ήταν να γίνει συναυλία και στο Λένινγκραντ.

Η αρχή έγινε με τις παρτιτούρες του έργου. Στα πλαίσια μιας απόπειρας ανεφοδιασμού της πεινασμένης πόλης από τη ρωσική αεροπορία την άνοιξη του 1942, πετάχτηκε ανάμεσα στα συντρίμμια και ένας ταχυδρομικός σάκος που περιείχε τις 252 σελίδες του έργου του Σοστακόβιτς. Αντιγραφείς δούλευαν μέρα – νύχτα για να μπορέσουν να βγάλουν τα απαιτούμενα αντίτυπα για τους μουσικούς. Αυτοί αποτελούσαν το δεύτερο εμπόδιο του εγχειρήματος. Καθώς τα μέλη της περίφημης Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λένινγκραντ είχαν σχεδόν όλα φυγαδευτεί ή πεθάνει στη διάρκεια της πολιορκίας, απέμενε μόνο η Ραδιοφωνική Ορχήστρα του Λένινγκραντ, που αριθμούσε πλέον καμιά δεκαριά μέλη. Για να συγκεντρωθούν οι 80 συνολικά μουσικοί που απαιτούσε το έργο, κλήθηκαν ερασιτέχνες μουσικοί, μαθητές ωδείων, ακόμα και στρατιώτες σύρθηκαν έξω από τα χαρακώματα για να πάρουν μέρος στις πρόβες.

Η εξάντληση από την πείνα ήταν τέτοια, που οι πρώτες πρόβες δεν μπορούσαν να διαρκέσουν πάνω από 15 λεπτά, ενώ ο μαέστρος αρκετές φορές σωριάστηκε λιπόθυμος. Μετά από πρόβες 4 μηνών και αφού σκοτώθηκαν τουλάχιστον τρία από τα μέλη της ορχήστρας στο μεταξύ, όλα ήταν έτοιμα. Σε ολόκληρη τη Ρωσία οι πάντες ήταν κολλημένοι στα ραδιόφωνα, περιμένοντας την απευθείας μετάδοση αυτού του πρωτοφανούς γεγονότος. Μεγάφωνα στήθηκαν σε ολόκληρη την πόλη, αλλά και μέχρι τις προκεχωρημένες θέσεις του Κόκκινου Στρατού, ώστε όλοι να μπορέσουν να ακούσουν τη Συμφωνία.

Το ρωσικό πυροβολικό σφυροκόπησε τις θέσεις των Γερμανικών πυροβόλων με περισσότερες από 3.000 οβίδες, προκειμένου να εξασφαλίσει την ησυχία τους στη διάρκεια της συναυλίας και στις 9 Αυγούστου – τη μέρα που ο Χίτλερ είχε δηλώσει ότι θα γιόρταζε την πτώση του Λένινγκραντ – υπό τη διεύθυνση του Καρλ Ελίασμπεργκ οι νότες της 7ης Συμφωνίας – Λένινγκραντ κάλυψαν όλο το ρημαγμένο τοπίο, μέχρι τις γερμανικές γραμμές.

Με το τέλος της συναυλίας, η αίθουσα βυθίστηκε για μερικές στιγμές στη σιωπή. Μετά, ξαφνικά, το εξαντλημένο, αλλά και συνεπαρμένο κοινό σηκώθηκε και άρχισε να χειροκροτάει με όση δύναμη είχε. Τους περίμενε ακόμα πάνω από ένας χρόνος μαρτυρίου, μέχρι το σπάσιμο της πολιορκίας στις αρχές του 1944. Μέχρι σήμερα όμως, οι επιζήσαντες της πολιορκίας θυμούνται αυτή τη στιγμή σαν μία από τις πιο δυνατές και ελπιδοφόρες ολόκληρου του πολέμου.

Advertisements

Ενέργειες

Information

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Αρέσει σε %d bloggers: