Η “πατρότητα” του “ΟΧΙ” της 28ης Οκτωβρίου

31 10 2015

Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούγεται η συγκεκριμένη φράση και μάλιστα από επίσημα χείλη: “Το “ΟΧΙ” δεν το είπε ο δικτάτορας Μεταξάς, το είπε ο ελληνικός λαός”. Όσοι την έχουν κατά καιρούς ξεστομίσει, υποστηρίζουν, ούτε λίγο, ούτε πολύ, πως το καθεστώς Μεταξά, ιδεολογικά συγγενές προς το φασιστικό καθεστώς Μουσολίνι, δεν ήθελε με κανένα τρόπο την αντίσταση στους εισβολείς. Υποχρεώθηκε όμως να αρνηθεί την παράδοση της χώρας στους Ιταλούς, φοβούμενο τη λαϊκή οργή και αντίδραση σε περίπτωση αποδοχής του τελεσίγραφου το οποίο ενεχείρισε στον Έλληνα πρωθυπουργό ο Γκράτσι. Ορισμένοι δε εξ αυτών, λάτρεις της συνωμοσιολογίας ενδεχομένως, προχωρούν ακόμα πιο πέρα: σύμφωνα με αυτούς, ο Μεταξάς είπε το “ΟΧΙ” εκ του ασφαλούς, καθώς δεν περίμενε να υπάρξει παρά μία χλιαρή και σύντομη αντίσταση του αδύναμου και ανέτοιμου ελληνικού στρατού μπροστά στις ιταλικές λεγεώνες.

Ας ρίξουμε μια ματιά στις απόψεις αυτές, προσπαθώντας να διακρίνουμε πού τελειώνει το ιδεολογικό παραλήρημα και πού ξεκινούν τα ιστορικά γεγονότα.

Γεγονός 1ο: Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν δικτάτορας.

Αυτό φαίνεται πως αρκεί σε πολλούς για να ρίξουν τον βραχύσωμο δικτάτορα στο πυρ το εξώτερο. Επιλέγουν να επικεντρωθούν στα αρνητικά σημεία της διακυβέρνησής του και παραλείπουν όλα τα υπόλοιπα. Εννοείται πως η παραβίαση του Συντάγματος και η καταπάτηση βασικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, δεν είναι μαρούλια και λάχανα για να μπουν στο ζύγι με το όποιο έργο (πολύ σημαντικό κατά τη γνώμη μου) έχει να παρουσιάσει το καθεστώς Μεταξά. Και μόνο το γεγονός όμως ότι υπάρχει αυτού του είδους ο αντίλογος, θα έπρεπε να μας βγάλει από τη λογική του άσπρου – μαύρου. Το να εξομοιώνει κανείς τη δικτατορία του Μεταξά με το απόλυτο κακό, είναι σαν να εξομοιώνει τη σημερινή μας δημοκρατία με τον παράδεισο.

Κάτι ακόμα που παραλείπουν να αναφέρουν οι τιμητές του καθεστώτος, είναι η διεθνής κατάσταση. Ξέρετε σε πόσες χώρες της Ευρώπης υπήρχαν δικτατορικά – αντικοινοβουλευτικά καθεστώτα στη διάρκεια του Μεσοπολέμου; Ορίστε μία πρόχειρη λίστα: Ουγγαρία, Βουλγαρία, Ιταλία, Γερμανία, Αυστρία, Ισπανία, Πορτογαλία, Φινλανδία, Τουρκία, Αλβανία, Πολωνία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία. Άφησα για το τέλος τη Ρωσία, διότι ζουν ανάμεσά μας κάποιοι που θα υποστηρίξουν ότι το πολίτευμά της εκείνη την εποχή ήταν δημοκρατικό. Σε αυτούς έχω να απευθύνω ένα σύντομο κουίζ: σε πόσες εκλογικές αναμετρήσεις αναδείχθηκε νικητής ο Ιωσήφ Στάλιν και ποιοι πολιτικοί σχηματισμοί ήταν οι αντίπαλοι του ΚΚΣΕ; Με όλα αυτά προσπαθώ να αναδείξω ένα κλασικό και πολύ σοβαρό λάθος που κάνει πολύς κόσμος. Κρίνουν γεγονότα του παρελθόντος χρησιμοποιώντας ως μέτρο το παρόν. Ένα δικτατορικό καθεστώς στην Ευρώπη σήμερα, θα αντιμετωπιστεί από όλους μας ως κάτι το μιαρό, το ανήκουστο. Πριν από 75 χρόνια όμως, ήταν κάτι το συνηθισμένο.

Οπότε, ναι, ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν δικτάτορας. Αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτε άλλο. Και κυρίως, δεν σημαίνει ότι θα πρόδιδε τη χώρα του ή ότι θα την παρέδιδε αλυσοδεμένη στους ξένους.

Γεγονός 2ο: Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν υποστήριζε τον Άξονα.

Παρόλο που υπήρχε ιδεολογική συνάφεια ανάμεσα στο καθεστώς Μεταξά και στα αντίστοιχα των χωρών του Άξονα, ο Έλληνας δικτάτορας δεν συνέχεε την ιδεολογία με την πολιτική. Ήδη από τον Οκτώβριο του 1936, είχε καταγράψει στο προσωπικό του ημερολόγιο την απόφασή του να ταυτίσει τα ελληνικά συμφέροντα με αυτά της Αγγλίας. Αυτό έσπευσε να το κάνει πράξη στα χρόνια που ακολούθησαν, έχοντας βέβαια και τις ευλογίες του βασιλιά Γεωργίου Β΄, ο οποίος διατηρούσε ιδιαίτερα στενές σχέσεις τόσο με τη βασιλική οικογένεια, όσο και με τους κυβερνώντες τη Βρετανία. Το 1938 μάλιστα, η ελληνική κυβέρνηση πρότεινε τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ των δύο χωρών, την οποία οι Βρετανοί απέρριψαν. Επισήμως προέβαλαν τη δικαιολογία ότι δεν συνάπτουν συμμαχίες σε καιρό ειρήνης. Ουσιαστικά όμως, φαίνεται πως δεν ήθελαν να επωμιστούν τις ευθύνες και τα βάρη που θα προέκυπταν από τη συμμαχία αυτή, καθώς η φιλική στάση της Ελλάδας απέναντί τους θεωρούταν δεδομένη. Οι Βρετανοί πολιτικοί και διπλωμάτες από τη μεριά τους, θεωρούσαν τον Μεταξά πολιτικό ρεαλιστή και μετά τους αρχικούς τους δισταγμούς, οι οποίοι οφείλονταν στον εκπεφρασμένο του θαυμασμό προς το γερμανικό καθεστώς και τα επιτεύγματά του, συνεργάστηκαν μαζί του χωρίς κανένα πρόβλημα.

Αντιθέτως, οι σχέσεις με το χιτλερικό καθεστώς ήταν περιορισμένες στον οικονομικό τομέα, καθώς υπήρχε μεγάλος όγκος εξαγωγής αγροτικών προϊόντων – κυρίως καπνού – προς τη Γερμανία. Τα σχετικά ψυχρά αισθήματα βέβαια ήταν αμοιβαία, αφού οι Γερμανοί σε καμία περίπτωση δεν παρείχαν τη στήριξη που θα περίμενε κανείς προς ένα “αδελφό” καθεστώς. Αυτό όμως είναι απολύτως φυσιολογικό, αφού κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα του πλέον σημαντικού συμμάχου τους, της Ιταλίας, οι επεκτατικές βλέψεις της οποίας είχαν καταστεί ξεκάθαρες.

Οπότε, όχι, ο Ιωάννης Μεταξάς σε καμία περίπτωση δεν υποστήριζε τον Άξονα. Μπορεί το καθεστώς του να ήταν ιδεολογικά συγγενές με αυτά της Ιταλίας και της Γερμανίας, αλλά ο ίδιος είχε κατανοήσει εξ αρχής πως το συμφέρον της Ελλάδας ήταν η σύμπραξη με τη Βρετανία και προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε από την πρώτη μέρα που κατέλαβε την εξουσία.

Γεγονός 3ο: Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν φοβόταν το λαό.

Ακόμα κι αν βασιστούμε μόνο στη λογική, είναι παράλογο να αποδίδεται στον ίδιο άνθρωπο από τη μία, περιφρόνηση της δημοκρατίας και των βασικών ελευθεριών και δικαιωμάτων που αυτή εγγυάται στους πολίτες και από την άλλη, φόβος απέναντι στη θέληση ή την οργή του λαού. Αυτά τα δύο είναι αλληλοαναιρούμενα.

Πάμε όμως να δούμε και τα γεγονότα. Το καθεστώς Μεταξά ήταν αρτιότατα οργανωμένο όσο αφορά την καταστολή της οποιασδήποτε αντίδρασης από μέρους του λαού. Αιματοκύλησε – ως νόμιμος ακόμα πρωθυπουργός – την εργατική εξέγερση στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 1936. Κήρυξε παράνομες όλες τις απεργίες – μάλιστα, η γενική απεργία που είχε εξαγγελθεί για τις 5 Αυγούστου 1936 χρησίμευσε ως πρόσχημα για την επιβολή της δικτατορίας. Επέβαλε αυστηρότατη λογοκρισία στον τύπο, θεσπίζοντας μάλιστα άγριες ποινές για όποιον υπαινισσόταν ότι… υπάρχει λογοκρισία! Κρατικοποίησε τη ΓΣΕΕ και έθεσε υπό τον έλεγχο του κράτους κάθε συνδικαλιστική κίνηση. Συνέχισε την πολιτική του Βενιζέλου (το περίφημο “ιδιώνυμον”) απέναντι στους κομμουνιστές, συλλαμβάνοντας κι εξορίζοντας όλα τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ. Επιφύλαξε την ίδια τύχη στους ηγέτες των υπόλοιπων κομμάτων, όταν αυτοί αντέδρασαν κατά του καθεστώτος. Παρένθεση: όταν λέμε “αντέδρασαν”, μην πάει ο νους σας στο κακό! Ένα διάβημα έκαναν οι άνθρωποι προς το βασιλιά, ζητώντας του να αφαιρέσει την εξουσία από τον Μεταξά και να την αναθέσει στους ίδιους, με την υπόσχεση μάλιστα ότι θα ακολουθήσουν την ίδια ουσιαστικά πολιτική με τον δικτάτορα. Κλείνει η παρένθεση. Η δράση και οι βάναυσες μέθοδοι της μυστικής (αλλά και της… κανονικής) αστυνομίας του διαβόητου υφυπουργού Ασφαλείας Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, εξασφάλιζαν τον πλήρη έλεγχο και την άμεση καταστολή των λαϊκών ελευθεριών, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για αντίδραση ενάντια στο καθεστώς. Και, φυσικά, ας μην ξεχνάμε ότι ο Μεταξάς, ως πρώην στρατιωτικός και διαθέτοντας την υποστήριξη του παλατιού, είχε υπό τον απόλυτο έλεγχό του το στρατό.

Οπότε, όχι, ο Ιωάννης Μεταξάς δεν φοβόταν τη λαϊκή αντίδραση, διότι απλούστατα είχε λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα που καθιστούσαν κάθε αντίδραση εναντίον του ασυντόνιστη, μεμονωμένη και γι αυτό καταδικασμένη σε αποτυχία.

Γεγονός 4ο: Ο ελληνικός στρατός δεν ήταν ανέτοιμος.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 καταβλήθηκαν σοβαρές προσπάθειες για την καλή οργάνωση και προπαρασκευή του στρατού. Έγινε εκτεταμένη διοικητική αναδιάρθρωσή του. Εκπονήθηκαν σχέδια που προέβλεπαν την αντίδραση σε περίπτωση επίθεσης από Ιταλία και Βουλγαρία και μάλιστα με τα χειρότερα δυνατά σενάρια από πλευράς διεθνούς συγκυρίας. Οργανώθηκε με κάθε λεπτομέρεια η επιστράτευση και εφαρμόστηκε μερικώς και με άκρα μυστικότητα πολύ πριν από τον Οκτώβριο του 1940. Έγιναν μεγάλες παραγγελίες σε πολεμικό υλικό, αν και σημαντικό μέρος των παραγγελιών αυτών (ιδίως σε βαρέα όπλα και αεροπλάνα) δεν εκτελέστηκε λόγω της έναρξης του Β΄ Παγκόσμιου. Αναπτύχθηκε με την ενίσχυση και την εποπτεία του κράτους η εγχώρια βιομηχανία κατασκευής πυρομαχικών. Βελτιώθηκε η εκπαίδευση του στρατού με τη διενέργεια τακτικών ασκήσεων και την πρακτική εκπαίδευση των αξιωματικών στις μονάδες τους. Οχυρώθηκε η μεθόριος με τη Βουλγαρία με την κατασκευή μόνιμων έργων – η περίφημη “γραμμή Μεταξά” – ενώ μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς καταβλήθηκαν προσπάθειες για αμυντική οργάνωση και της ελληνοαλβανικής μεθορίου.

Επομένως: ο ελληνικός στρατός που (φυσιολογικά) υστερούσε του ιταλικού σε αριθμούς και εξοπλισμό, κατάφερε να δώσει στο συμμαχικό στρατόπεδο τις πρώτες του νίκες, ακριβώς επειδή ήταν άριστα προετοιμασμένος για να αντιμετωπίσει την ιταλική επίθεση.

Γεγονός 5ο: Το ΟΧΙ ήταν μία πολιτική απόφαση.

Φτάνοντας στο “δια ταύτα” πρέπει να γυρίσουμε πίσω στα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Όταν ο πρέσβης της Ιταλίας Εμμανουέλε Γκράτσι παρέδωσε το τελεσίγραφο της κυβέρνησής του στον Ιωάννη Μεταξά, ο δικτάτορας απλώς ανακοίνωσε και επίσημα μία απόφαση ειλημμένη από καιρό. Τα ιστορικά γεγονότα που εκτέθηκαν παραπάνω, μαρτυρούν πως η Ελλάδα δεν βρέθηκε προ απροόπτου εκείνη την ιστορική στιγμή. Η δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά είχε προβλέψει το ενδεχόμενο αυτό, είχε κάνει ό,τι ήταν δυνατό για να το αποτρέψει – τηρώντας ουδετερότητα παρά τις επανειλημμένες ιταλικές προκλήσεις – αλλά και είχε προετοιμάσει κατάλληλα τη χώρα για να το αντιμετωπίσει. Το “όχι”, ή για να είμαστε πιο ακριβείς το “alors c’est la guerre” (λοιπόν, έχουμε πόλεμο) που ξεστόμισε ο Μεταξάς δεν ήταν μία κορώνα πατριωτικής έξαρσης, αλλά μία πολιτική επιλογή. Την επιλογή αυτή, στηριγμένη στα γεγονότα και τις συγκυρίες της εποχής και βασισμένη στο συμφέρον της χώρας, την έκανε προσωπικά ο δικτάτορας. Είναι όμως γεγονός ότι επρόκειτο για μία επιλογή που ήταν απόλυτα συντονισμένη με το “θυμικό” του λαού, ο οποίος, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, στάθηκε στο πλευρό της κυβέρνησής του σε κλίμα πρωτοφανούς ομοψυχίας. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που στα βουνά της Ηπείρου γράφτηκαν με το αίμα του λαού νέες σελίδες δόξας στην ελληνική ιστορία. Αν δεν υπήρχε αυτή η απόλυτη ταύτιση λαού και κράτους τη δεδομένη στιγμή, η Ιστορία σίγουρα θα είχε γραφτεί διαφορετικά.

Επομένως: Ο Ιωάννης Μεταξάς, προσπαθώντας να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της χώρας και ζυγίζοντας τις εξελίξεις στο διεθνές επίπεδο, πήρε μία απόφαση, έκανε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να μπορέσει η Ελλάδα να την υλοποιήσει και την υποστήριξε μέχρι τέλους, γιατί πολύ απλά αυτός είναι ο ρόλος του ηγέτη μιας χώρας – όχι το να κρύβεται πίσω από έωλα δημοψηφίσματα γιατί φοβάται να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Μπορεί ο ίδιος να ήταν φασίστας, μπορεί να κυβέρνησε τη χώρα δικτατορικά, αλλά στο συγκεκριμένο ζήτημα κατάφερε να εκφράσει απόλυτα το αίσθημα και τη βούληση των Ελλήνων. Κι αυτοί με τη σειρά τους, τού το ανταπέδωσαν στοιχιζόμενοι απόλυτα πίσω από τη μεγάλη προσπάθεια, προσφέροντας ακόμα και τις ζωές τους – όχι βγάζοντας από τη χώρα δισεκατομμύρια σε ελβετικές τράπεζες.

Το να προσπαθούν κάποιοι να μειώσουν τον Ιωάννη Μεταξά παραποιώντας της Ιστορία, δεν δείχνει τίποτε άλλο πέρα από το πόσο λίγοι και μικροί είναι οι ίδιοι σε σύγκριση μαζί του. Κι αυτό μόνο θλίψη μπορεί να φέρει για τους σημερινούς πολιτικούς μας ηγέτες.

Κωνσταντίνος Κουσαρίδης

Advertisements

Ενέργειες

Information

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Αρέσει σε %d bloggers: