Το ποτάμι της γειτονιάς μας: Ανθεμούντας

29 03 2015

Αν ρωτήσεις (ακόμα και κάποιον ντόπιο) ποια και πού είναι τα ποτάμια που βρίσκονται κοντά στη Θεσσαλονίκη, η απάντηση θα έρθει φυσιολογικά και αβίαστα: Γαλλικός, Αξιός, Λουδίας, Αλιάκμονας και όλα βρίσκονται δυτικά από την πόλη. Αν ρωτήσεις όμως ποιο ποτάμι βρίσκεται από την ανατολική μεριά της, η απάντηση θα είναι αμήχανη σιωπή, ή η διαβεβαίωση ότι εκεί δεν υπάρχει ποτάμι. Εν μέρει βέβαια θα είναι σωστή, καθώς ο Ανθεμούντας έχει συνταξιοδοτηθεί από ποταμός εδώ και λίγες δεκαετίες κι έχει μετατραπεί σε χείμαρρο. Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα όμως, η αρχαία κοίτη κατέβαζε ακόμα τα – λίγα έστω – νερά από την κοιλάδα της Γαλάτιστας και συναντούσε το ΘερμαΪκό δίπλα στο αεροδρόμιο, σχηματίζοντας βάλτο (ή λιμνοθάλασσα) στην περιοχή της Γεωργικής Σχολής.

Όπως τόσα άλλα τοπωνύμια στην περιοχή μας, έτσι και αυτό του Ανθεμούντα έχει αρχαιοελληνική καταγωγή. Η Ανθεμούς  ήταν μια πανέμορφη περιοχή (αν το σκεφτείτε λίγο, είναι εύκολο να κάνετε τον συνειρμό Ανθεμούς – λουλουδοστόλιστη) στα νοτιοδυτικά της αρχαίας Μυγδονίας, η οποία με τη σειρά της αντιστοιχεί περίπου στο σημερινό νομό Θεσσαλονίκης. Γεωγραφικά, η κοιλάδα του Ανθεμούντα εξακολουθεί να ορίζεται από την οροσειρά του Κισσού (Χορτιάτης) στα βόρεια και τα πολύ χαμηλότερα υψώματα του Κάλαυρου στα νότια. Αν αναρωτιέστε πού είναι αυτά, μπορώ να σας βοηθήσω λέγοντας ότι στα ριζά τους βρίσκονται οι Ταγαράδες, η Αγία Παρασκευή, η Σουρωτή, ο Άγιος Αντώνιος και το Μονοπήγαδο. Ξεκινώντας από τα ανατολικά, μεταξύ Γαλάτιστας και Βάβδου, η κοιλάδα ανοίγεται προς τα βορειοδυτικά για να φτάσει στο Θερμαϊκό, έχοντας στο βόρειο άκρο της την Καλαμαριά και στο νότιο την Περαία. 06 10 01Στην ελληνική μυθολογία, ο Ανθεμούντας έχει μια θεσούλα μέσα στους άθλους του Ηρακλέους (βεβαίως – βεβαίως). Βλέπετε, σύμφωνα με μία εκδοχή του μύθου, εδώ ήταν που πρόλαβε τον ήρωα ο τρικέφαλος (ή τρισώματος) γίγαντας Γηρυόνης, προκειμένου να πάρει πίσω τα βόδια που τού είχε αρπάξει ο Ηρακλής. Αντί για βόδια όμως, άρπαξε ένα βέλος, από εκείνα που ήταν βουτηγμένα στο φαρμάκι της Ύδρας και ο μεν Γηρυόνης πήγε άκλαυτος, ο δε Ηρακλής πήγε τα βόδια στον Ευρυσθέα και ζήσαν αυτοί καλά…

Ανθρώπινες εγκαταστάσεις υπάρχουν από την προϊστορική ακόμα εποχή, ενώ η – συνώνυμη με το ποτάμι – πόλη Ανθεμούς, αποτέλεσε μήλον της έριδος μεταξύ Αθηναίων και Μακεδόνων, μέχρι που ο Φίλιππος Β΄ την ενέταξε οριστικά στο μακεδονικό βασίλειο το 355 π.Χ. Η ακριβής τοποθεσία της δεν έχει εντοπιστεί ακόμα, ωστόσο σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, μάλλον βρισκόταν στην περιοχή της Αγίας Αναστασίας, κάπου μεταξύ Βασιλικών και Γαλάτιστας. Η κοιλάδα του Ανθεμούντα πρέπει να ήταν πλούσια και πολυάνθρωπη, αφού στο ιππικό των Εταίρων του Μεγάλου Αλεξάνδρου υπήρχε ολόκληρη ίλη από εκεί, η Ανθεμουσία. Πιθανολογείται δε, πως εταίροι της εν λόγω ίλης έμειναν μόνιμα σε μια πόλη της επαρχίας Οσροηνής στη Μεσοποταμία, την οποία και μετονόμασαν σε «Ανθεμουσιάδα».

νόμισμα της Ανθεμουσιάδος επί εποχής Καρακάλλα (198-217μ.Χ.) με την Τύχη

Νομίσματα της Ανθεμουσιάδος επί εποχής Καρακάλλα (198-217μ.Χ.)07

Λίγο πιο πάνω από τις όχθες του ποταμού αναβλύζει από αρχαιοτάτων χρόνων το περίφημο μεταλλικό νερό της Σουρωτής,  το πρώτο που εμφιαλώθηκε στην Ελλάδα, από Γάλλους στρατιωτικούς το 1916. Ενώ όμως οι πηγές της Σουρωτής παραμένουν «ζωντανές», αυτές του Ανθεμούντα έχουν πλέον στερέψει. Η αποψίλωση του δάσους που υπήρχε στην περιοχή μπορεί να έδωσε περισσότερα χωράφια για καλλιέργεια, αλλά είχε ως συνέπεια τη «θανάτωση» του ποταμού. Πλέον το μόνο που έχει απομείνει από τον Ανθεμούντα είναι η ξεραμένη αρχαία κοίτη, η οποία εξακολουθεί να δείχνει τη φιδογυριστή διαδρομή που ακολουθούσαν τα νερά του. Κάθε φορά που βρέχει μαζεύει και λίγη υγρασία, ίσα – ίσα για να ξεπλένει τα κάθε λογής σκουπίδια που πετάνε διάφοροι περήφανοι ελληναράδες μέσα στο ρέμα. Οι δε τοπικές αρχές, θυμούνται τον Ανθεμούντα μόνο όταν πρόκειται να… μαλώσουν για το ποιανού αρμοδιότητα είναι να καθαρίσει την κοίτη από τις φερτές ύλες, ενώ οι υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης τον αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι, αφού για να γίνουν έργα στην κλίμακα και τη σοβαρότητα που απαιτεί η κατάσταση, χρειάζονται λεφτά που… δεν υπάρχουν. Αυτό το τελευταίο είναι ενδεικτικό του πόσο σημαντικός παραμένει ακόμα και σήμερα ο Ανθεμούντας. Γιατί μπορεί η κοίτη του να είναι ξεραμένη, όταν όμως πιάνουν δυνατές βροχές, ο ποταμός θυμάται τα περασμένα του μεγαλεία, γεμίζει, φουσκώνει και παρασέρνει ό,τι βρει μπροστά του.

Οι φωτογραφίες που ακολουθούν τραβήχτηκαν στις 10 Δεκεμβρίου 2014, όταν μετά από πολλές μέρες έντονων βροχοπτώσεων το ποτάμι «αναστήθηκε», έστω πρόσκαιρα, και μας χάρισε μια εικόνα του παλιού του εαυτού, ενώ δίπλα τους μπορείτε να πάρετε μια γεύση από τη συνηθισμένη κατάσταση του Ανθεμούντα σήμερα.

. 07 SAM_1731_resize08 SAM_1735_resize09SAM_1734_resize

Κωνσταντίνος Κουσαρίδης

Advertisements




Αμφί…πολα σενάρια

14 08 2014

Χαμός γίνεται τις τελευταίες μέρες με τον τύμβο που βρίσκεται στην τοποθεσία Καστά κοντά στην Αμφίπολη. Επισκέψεις επισήμων, μεγάλη δημοσιότητα, θεωρίες που δίνουν και παίρνουν. Τα μοναδικά δεδομένα που έχουν ανακοινωθεί ως τώρα αναφέρουν έναν τύμβο εντυπωσιακού μεγέθους, ο οποίος τοποθετείται χρονολογικά στις αρχές του 4ου προχριστιανικού αιώνα (325-300 π.Χ.) Φρονίμως ποιούσα η υπεύθυνη αρχαιολόγος δεν λέει πολλά – πολλά, δεν προβαίνει σε θεωρίες, χρησμούς και μαντείες, αλλά συστήνει υπομονή μέχρι να φτάσει η σκαπάνη στον αντικειμενικό της στόχο και να υπάρχουν επιστημονικώς ορθά, ανακοινώσιμα συμπεράσματα. Φυσικά δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να εισακουστεί η επιστήμων από τους παντογνώστες σεναριογράφους, οι οποίοι γράφουν ή λένε το μακρύ και το κοντό τους, βασιζόμενοι στο αλάνθαστο ρητό: «όσο μεγαλύτερη κοτσάνα πεις, τόσο μεγαλύτερη προσοχή θα τραβήξεις».

Ας εξετάσουμε λοιπόν μερικά τέτοια σενάρια, βασιζόμενοι στην Ιστορία (κατά κύριο λόγο), αλλά και στη λογική.

Σενάριο 1ο: Μέγας Μέγας ΑλέξανδροςΑλέξανδρος

(αδύνατο;)

Προσωπικά θεωρώ απίθανο, αλλά δεν μπορώ και να αποκλείσω οριστικά το ενδεχόμενο ο τύμβος να ανήκει σε αυτόν. Οι μαρτυρίες που έχουμε στα χέρια μας σήμερα, περιγράφουν μια εντυπωσιακή πομπή που μετέφερε το σώμα του Αλέξανδρου από τη Βαβυλώνα, όπου εξέπνευσε, στη Μακεδονία (ή στην Αίγυπτο – οι πηγές δεν συμφωνούν απόλυτα ως προς αυτό). Κάπου κοντά στη σημερινή Συρία ο Πτολεμαίος επενέβη και οδήγησε το νεκρό στη Μέμφιδα (σημερινό Κάιρο) και αργότερα στην Αλεξάνδρεια. Ιστορικές πηγές μάλιστα, περιγράφουν επισκέψεις του Ιούλιου Καίσαρα, αλλά και του Οκταβιανού στον τάφο του Μακεδόνα βασιλιά. Οι αναφορές όμως για τον τάφο σταματούν τον 4ο μ.Χ. αιώνα και το γεγονός ότι την ίδια εποχή οι πιστοί του Θεού της Αγάπης ξεχύθηκαν στους δρόμους της πόλης καταστρέφοντας όποιο ειδωλολατρικό μνημείο βρήκαν μπροστά τους, μάλλον δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως συμπτωματικό. Είναι λοιπόν δυνατό να ανατραπούν όλες αυτές οι μαρτυρίες που τοποθετούν τον τάφο του Αλέξανδρου στην Αίγυπτο; Η απάντηση έρχεται αβίαστα: είναι και παραείναι. Υπάρχουν περιπτώσεις που η αρχαιολογική σκαπάνη ανέτρεψε πληροφορίες που μέχρι τη στιγμή της ανακάλυψης θεωρούνταν από σίγουρες μέχρι ακλόνητες. Αν τελικά (και πρόκειται για ένα μυθικών διαστάσεων «αν») αποδειχθεί ότι πρόκειται για τον τάφο του Αλέξανδρου, θα έχουμε ζήσει τη σημαντικότερη αρχαιολογική ανακάλυψη στον πλανήτη για τον 21ο αιώνα. Εκτός αν στα επόμενα 86 χρόνια φέρει κάποιος στην επιφάνεια τη χαμένη Ατλαντίδα.

Υ.Γ. Σε όποιον ρωτήσει: «τι σχέση έχει ο Αλέξανδρος με την Αμφίπολη;» απαντήστε: «από εκεί ξεκίνησε ο στόλος του για την κατάκτηση της Περσικής αυτοκρατορίας».

 

Ρούμπενς: Ο Αλέξανδρος στέφει τη ΡωξάνηΣενάριο 2ο: Ρωξάνη & Αλέξανδρος Δ΄

(πέραν πάσης λογικής)

Ο Οξυάρτης, ένας πολέμαρχος της Σογδιανής (καλύπτει εδάφη των σημερινών Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν), επάνδρωσε  την Άορνο Πέτρα προκειμένου να σταματήσει την προέλαση των Μακεδόνων στα εδάφη του. Θεωρούσε ότι το κάστρο αυτό ήταν απόρθητο γι’ αυτό και ασφάλισε εκεί μέσα την ίδια του την οικογένεια. Όταν ο Αλέξανδρος κατέλαβε (με την πρώτη ιστορικά καταγεγραμμένη επιχείρηση αλπινιστών) το φρούριο, παντρεύτηκε την κόρη του Οξυάρτη, Ρωξάνη, και την πήρε μαζί του. Το 323 π.Χ., όταν ο Αλέξανδρος ήταν ετοιμοθάνατος, η Ρωξάνη ήταν έγκυος. Γυναίκα και παιδί μετέβησαν στη Μακεδονία πιθανόν το 321 π.Χ. και τέθηκαν υπό την προστασία της πεθεράς Ολυμπιάδας, όπου θα παρέμεναν μέχρι ο νεαρός Αλέξανδρος Δ΄ να ενηλικιωθεί και στεφθεί βασιλιάς της Μακεδονίας. Κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ, αφού μπήκε στη μέση ο Κάσσανδρος, ο οποίος από το 318 π.Χ. είχε το βασίλειο της Μακεδονίας υπό την εξουσία του και τον τίτλο του αντιβασιλιά. Πιο συγκεκριμένα, το 316 π.Χ. εκτέλεσε την Ολυμπιάδα για εκδικηθεί το θάνατο του αδελφού του, Νικάνορα, τον οποίο εκείνη είχε δολοφονήσει. Ρωξάνη και Αλέξανδρος εξορίστηκαν στην Αμφίπολη, όπου δολοφονήθηκαν το 310 π.Χ. για να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι νόμιμοι διάδοχοι του θρόνου, προκειμένου να τον κρατήσει ο Κάσσανδρος για πάρτη του. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, τα οστά της γυναίκας και του γιου του Μ. Αλέξανδρου όχι μόνο δεν τάφηκαν όπως άρμοζε στη «θέση» τους, αλλά κρύφτηκαν, ή διασκορπίστηκαν. Ακόμα όμως κι αν ο Κάσσανδρος σεβάστηκε κι έθαψε τα δύο θύματά του, θεωρώ εντελώς παράλογο να μπήκε στον κόπο και τα έξοδα για την ανέγερση ενός τόσο εντυπωσιακού τάφου. Από την άλλη βέβαια, αν ψάξουμε λιγάκι την Ιστορία θα βρούμε τόσους παραλογισμούς, που θα αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε για τη λογική μας.

 

ΚάσσανδροςΣενάριο 3ο: Κάσσανδρος

(εκτός τόπου, εντός χρόνου)

Όταν ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για την κατάκτηση της Περσικής αυτοκρατορίας, όρισε τον Αντίπατρο (τον πλέον έμπιστο και ικανότερο στρατηγό του Φίλιππου Β΄) αντιβασιλιά της Μακεδονίας, πήρε όμως μαζί του την εκστρατεία τον πρωτότοκο γιο του, Κάσσανδρο. Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, ο Κάσσανδρος συμμετείχε στο αιματοκύλισμα που ονομάζουμε «πόλεμοι των Επιγόνων» και με συμμαχίες, πολέμους και δολοφονίες κατάφερε να γίνει βασιλιάς της Μακεδονίας. Φρόντισε μάλιστα να εμφανιστεί ως νόμιμος διεκδικητής του θρόνου, νυμφευόμενος την κόρη του Φίλιππου και (ετεροθαλή) αδελφή του Αλέξανδρου, Θεσσαλονίκη. Ο Κάσσανδρος αρρώστησε και πέθανε το 297 π.Χ. και τοποθετώ το όνομά του στα σενάρια γιατί ήταν ο μοναδικός βασιλιάς της Μακεδονίας που (το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα) δεν ανατράπηκε. Αντιθέτως, τον διαδέχθηκε ομαλά ο γιος του, Φίλιππος, πράγμα που σημαίνει ότι υπήρχε ο χρόνος, τα μέσα και το κίνητρο για να θαφτεί ο Κάσσανδρος με όλες τις βασιλικές τιμές. Το μόνο πρόβλημα σ’ αυτή τη θεωρία είναι πως η Αμφίπολη δεν κολλάει πουθενά. Οι οικογενειακές ρίζες του Κάσσανδρου βρίσκονται στην Πέλλα, ενώ οι βασιλείς της Μακεδονίας θάβονταν κατά παράδοση στη Βεργίνα, όπου μάλιστα υπάρχει μια ομάδα τάφων που εικάζεται ότι ανήκει στον Κάσσανδρο και τους διαδόχους του. Μέχρι όμως να αποδειχθούν οριστικά οι εικασίες, είμαστε υποχρεωμένοι να δηλώνουμε ότι δεν γνωρίζουμε πού είναι θαμμένος ο Κάσσανδρος.

 

04Σενάριο 4ο: Νέαρχος & company

(πέρασε και (δεν;) ακούμπησε)

Πρόκειται για τον μοναδικό από τους συντρόφους του Αλέξανδρου που συνέδεσε το όνομά του με τη θάλασσα. Συγκεκριμένα, τέθηκε επικεφαλής του στόλου που ξεκινώντας από τον Υδάσπη, διέσχισε τον Ινδικό και κατέληξε στη Βαβυλώνα το 324 π.Χ. Ο Νέαρχος καταγόταν από την Κρήτη και σύμφωνα με τις πηγές για κάποιο διάστημα έζησε (πιθανότατα) ή απλά εξορίστηκε (σίγουρα) στην Αμφίπολη μαζί με άλλους φίλους του Αλέξανδρου. Το επεισόδιο της εξορίας έχει να κάνει με έναν επικό καυγά μεταξύ Φίλιππου και Αλέξανδρου, που είχε ως αποτέλεσμα ο πρώτος να σωριαστεί στο πάτωμα όντας τύφλα στο μεθύσι κι ο δεύτερος, αφού πρώτα ρεζίλεψε τον πατέρα του μπροστά σε όλους τους ευγενείς της Μακεδονίας, να το σκάσει στους Ιλλυριούς φοβούμενος για το κεφάλι του. Πέρα από την αγάπη και την εμπιστοσύνη που τού έδειχνε ο Αλέξανδρος, ελάχιστα άλλα πράγματα είναι γνωστά για τον Νέαρχο. Τα τελευταία στοιχεία που έχουμε για τη ζωή του είναι πως μετά το θάνατο του βασιλιά, συντάχθηκε με τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο. Δεν είναι όμως εξακριβωμένο αν σκοτώθηκε στην Ιψό,[1] ή αν κατάφερε να γλυτώσει και να γυρίσει στη Μακεδονία. Παρόμοιες ιστορίες με τον Νέαρχο έχουν να παρουσιάσουν άλλοι δύο φίλοι του Αλέξανδρου, καπετάνιοι στο στόλο του κι εξορισθέντες στην Αμφίπολη: ο Ανδροσθένης κι ο Λαομέδων. Κοινό στοιχείο για όλους είναι η έλλειψη επαρκών στοιχείων. Η εξορία, διαμονή ακόμα και η ενδεχόμενη καταγωγή τους από την Αμφίπολη δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν την – άκρως εντυπωσιακή – ταφή τους εκεί. Η ίδια όμως έλλειψη στοιχείων είναι που μας κάνει επιφυλακτικούς αφού με την ίδια λογική που δεν δικαιολογείται, δεν μπορεί και να αποκλειστεί το ενδεχόμενο.

 

Τελικό σενάριο

Το τελικό σενάριο είναι αυτό που έχει ήδη ειπωθεί από την υπεύθυνη αρχαιολόγο: δεν ξέρουμε ποιανού είναι ο τάφος και δεν πρόκεται να μάθουμε μέχρι να ολοκληρωθεί η ανασκαφή. Ή μπορεί να μη μάθουμε ούτε και τότε, αν ο τάφος έχει συληθεί κατά την αρχαιότητα. Υπομονή λοιπόν…

 

Κωνσταντίνος Κουσαρίδης

 

[1] Με τη μάχη στην Ιψό το 301 π.Χ. τερματίζονται οι πόλεμοι για τη διαδοχή του Μ. Αλεξάνδρου στη διοίκηση της αυτοκρατορίας. Ο Αντίγονος, που προσπαθούσε να ενώσει την αυτοκρατορία υπό την εξουσία του, αντιμετώπισε τους Κάσσανδρο, Σέλευκο, Πτολεμαίο και Λυσίμαχο, που ήθελαν να κρατήσουν ανεξάρτητα τα βασίλειά τους. Στο τέλος ο 81χρονος Αντίγονος έχασε τη μάχη και ο ίδιος έπεσε πολεμώντας και η αυτοκρατορία του Αλέξανδρου διαλύθηκε οριστικά για να σχηματιστούν τα ελληνιστικά βασίλεια.





Γιώργος Σεφέρης

18 03 2014

Πριν από λίγες μέρες, στις 13 Μαρτίου, ήταν μια επέτειος που την πήραν χαμπάρι μόνο όσοι παρακολουθούν ραδιοφωνικές ή διαδικτυακές στήλες του στυλ «Σαν Σήμερα»: τα γενέθλια του Γιώργου Σεφέρη.

seferis

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν θεωρώ σκόπιμο να κάτσω και να (αντι)γράψω στοιχεία για τη ζωή και το έργο του Σμυρνιού διπλωμάτη και νομπελίστα ποιητή μας. Αντί αυτού, παραπέμπω στο σχετικό αφιέρωμα που προβλήθηκε από το Σκάι στα πλαίσια της σειράς «Έλληνες του πνεύματος και της τέχνης» με παρουσιαστή τον Γιώργο Κιμούλη.

 

Όσο για το έργο του, μπορείτε να βρείτε έναν κατάλογο με την εργογραφία του σε αυτή τη σελίδα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ μερικά από ποιήματά του είναι δημοσιευμένα σε μια άλλη γωνιά του ιστότοπου του Πανεπιστημίου Αθηνών,  όπως και στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού.

Προσωπικά, θεωρώ εξαιρετικά όχι μόνο τα ποιητικά του έργα, αλλά και κάποια από τα πεζά που έχει γράψει. Έτσι, ακολουθούν: η ομιλία του κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ στη Στοκχόλμη (24/10/1964), η δήλωσή του κατά της δικτατορίας που μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο του BBC (28/3/1969) και το τελευταίο ποίημα που έγραψε ποτέ και δημοσιεύτηκε στο Βήμα (23/9/1971) τρεις μέρες μετά το θάνατό του.

Η ομιλία του Γ. Σεφέρη κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ

Τούτη τὴν ὥρα αἰσθάνομαι πὼς εἶμαι ὁ ἴδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδημία, ἔκρινε πὼς ἡ προσπάθειά μου σὲ μία γλώσσα περιλάλητη ἐπὶ αἰῶνες, ἀλλὰ στὴν παροῦσα μορφή της περιορισμένη, ἄξιζε αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ διάκριση. Θέλησε νὰ τιμήσει τὴ γλώσσα μου, καὶ νὰ – ἐκφράζω τώρα τὶς εὐχαριστίες μου σὲ ξένη γλώσσα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὴ συγνώμη ποὺ ζητῶ πρῶτα -πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.

Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν ἔπαψε ποτέ της νὰ μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωμένη μὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μέτρο, πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.

Ὅσο γιὰ μένα συγκινοῦμαι παρατηρώντας πῶς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους μου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰώνα, γράφει: «… θὰ χαθοῦμε γιατί ἀδικήσαμε …». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράμματος. Εἶχε μάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡμερῶν μας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στὰ περασμένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ μένα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιμήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσμος ὅπου ζοῦμε, ὁ τυραννισμένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ γινόμασταν ἂν ἡ πνοή μας λιγόστευε; Εἶναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά μας δὲν τὰ χρωστᾶμε στὴ στέρηση ἐμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τὸν περασμένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράμα καὶ ἕνα σημερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ μοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν᾿ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνομάζουμε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγμὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται.

Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νἄ ῾βρει καταφύγιο, ἀπαρνημένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα καὶ μικρὰ μέρη τοῦ κόσμου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν᾿ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιομηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλμὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανὸς νὰ κρίνει μὲ ἀλήθεια ἐπίσημη τὴν ἄδικη μοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐμπνευστή, καθὼς μᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νομπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.

Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους. Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.

Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.


                    Η δήλωση του Γ. Σεφέρη κατά της δικτατορίας

«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὡς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα· ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου – δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία – ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.

Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:

Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.

Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.

Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».

Ἐπὶ Ἀσπαλάθων…

Εἶναι τὸ τελευταῖο ποίημα τοῦ Σεφέρη καὶ δημοσιεύτηκε στὸ Βῆμα (23. 9. 71) τρεῖς μέρες μετὰ τὸ θάνατό του στὴν περίοδο τῆς δικτατορίας. Τὸ ποίημα βασίζεται σὲ μία περικοπῆ τοῦ Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ. ἑ.) ποὺ ἀναφέρεται στὴ μεταθανάτια τιμωρία τῶν ἀδίκων καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Ἀρδιαίου. Ὁ Ἀρδιαῖος, τύραννος σὲ μία πόλη, εἶχε σκοτώσει τὸν πατέρα του καὶ τὸν μεγαλύτερό του ἀδερφό του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ τιμωρία του, καθὼς καὶ τῶν ἄλλων τυράννων, στὸν ἄλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Ὅταν ἐξέτισαν τὴν καθιερωμένη ποινὴ ποὺ ἐπιβαλλόταν στοὺς ἀδίκους καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ βγοῦν στὸ φῶς, τὸ στόμιο δὲν τοὺς δεχόταν ἀλλὰ ἔβγαζε ἕνα μουγκρητό. «Τὴν ἴδια ὥρα ἄντρες ἄγριοι καὶ ὅλο φωτιὰ ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ καὶ ἤξεραν τί σημαίνει αὐτὸ τὸ μουγκρητό, τὸν Ἀρδιαῖο καὶ μερικοὺς ἄλλους ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, ἀφοῦ τοὺς ἔριξαν κάτω καὶ τοὺς ἔγδαραν, ἄρχισαν νὰ τοὺς σέρνουν ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο καὶ νὰ τοὺς ξεσκίζουν ἐπάνω στ᾿ ἀσπαλάθια καὶ σὲ ὅλους ὅσοι περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ ἐξηγοῦσαν τὶς αἰτίες ποὺ τὰ παθαίνουν αὐτὰ καὶ ἔλεγαν πὼς τοὺς πηγαίνουν νὰ τοὺς ρίξουν στὰ Τάρταρα». (Πλ. Πολιτεία 616).

Ἦταν ὡραῖο τὸ Σούνιο τὴ μέρα ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη.
Λιγοστὰ πράσινα φύλλα γύρω στὶς σκουριασμένες πέτρες
τὸ κόκκινο χῶμα καὶ οἱ ἀσπάλαθοι
δείχνοντας ἕτοιμα τὰ μεγάλα τους βελόνια
καὶ τοὺς κίτρινους ἀνθούς.
Ἀπόμερα οἱ ἀρχαῖες κολόνες, χορδὲς μιᾶς ἅρπας ποὺ ἀντηχοῦν
ἀκόμη…

Γαλήνη

-Τί μπορεῖ νὰ μοῦ θύμισε τὸν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον;

Μιὰ λέξη στὸν Πλάτωνα θαρρῶ, χαμένη στοῦ μυαλοῦ
τ᾿ αὐλάκια.
Τ᾿ ὄνομα τοῦ κίτρινου θάμνου
δὲν ἄλλαξε ἀπὸ κείνους τοὺς καιρούς.
Τὸ βράδυ βρῆκα τὴν περικοπή:
«τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα» μᾶς λέει
«τὸν ἔριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν
τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσκισαν
ἀπάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπάλαθους
καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο κουρέλι».
Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλέρωνε τὰ κρίματά του
Ὁ Παμφύλιος ὁ Ἀρδιαῖος ὁ πανάθλιος Τύραννος

31 τοῦ Μάρτη 1971





Ολίγα τινα περί της 25ης Μαρτίου

25 03 2013

Ο πανηγυρικός της ημέρας συνήθως είναι η στιγμή που κανένας δεν θέλει να θυμάται. Κι αυτό γιατί συνήθως ακούγονται ξανά και ξανά τα ίδια ξύλινα λόγια, μπροστά σε παιδιά που βαριούνται και σε ενήλικες που δε δίνουν πια σημασία. Θα προσπαθήσω λοιπόν να σας κινήσω το ενδιαφέρον ξεφεύγοντας λίγο από αυτά που έχετε συνηθίσει να ακούτε σε τέτοιες περιστάσεις.

Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Μπουμπουλίνα, Διάκος, Μιαούλης, Κανάρης, Νικηταράς, όλοι έχουμε ακούσει τα ονόματά τους. Ποιοι ήταν όμως όλοι αυτοί; Τους ξέρουμε;

Ήταν ήρωες, είναι η εύκολη απάντηση, καλοί άνθρωποι που έδιωξαν τους κακούς που μας καταπίεζαν και μας ελευθέρωσαν. Τι σημαίνει αυτό όμως; Ήταν ήρωες σαν τον Σούπερμαν; Οι σφαίρες τους χτυπούσαν κι έφευγαν χωρίς να τους πειράξουν; Δε νομίζω. Όλοι έχουμε ακούσει πώς πέθανε ο Αθανάσιος Διάκος και χιλιάδες άλλοι αγωνιστές βρήκαν το θάνατο στη διάρκεια της Επανάστασης. Και τι πάει να πει «καλοί άνθρωποι»; Μήπως ότι έκαναν πάντα το σωστό, ότι αγαπούσαν και σέβονταν τους συνανθρώπους τους, ότι φέρονταν ευγενικά και πολιτισμένα; Μη γελιέστε, ο Νικηταράς κέρδισε το παρατσούκλι «Τουρκοφάγος» όταν στα Δερβενάκια αχρήστεψε 4 σπαθιά στα χέρια του. Και δεν έσφαζε πρόβατα, ανθρώπους έσφαζε.

Είμαι σίγουρος ότι πολλοί από εσάς σκέφτεστε τώρα από μέσα σας: «Ναι, αλλά ήταν Τούρκοι». Ε, και; οι Τούρκοι δεν είναι άνθρωποι; «Ναι, αλλά αυτοί μας είχαν σκλάβους!», θα πείτε. «Τετρακόσια χρόνια σκότωναν, έκλεβαν, ρήμαζαν, μας έκαναν ό,τι ήθελαν και όποιος τολμούσε να σηκώσει κεφάλι, του το έκοβαν». Εδώ δε θα προβάλλω καμία αντίρρηση, όντως κάπως έτσι είχαν τα πράγματα. Σας ρωτάω όμως: μόνο οι Τούρκοι τα έκαναν όλα αυτά; Οι Ρωμαίοι που υπέταξαν την αρχαία Ελλάδα και οι Γερμανοί που μας ήρθαν πριν από 70 χρόνια τι κρατούσαν στα χέρια τους; Λουλούδια; Κι αυτοί δολοφόνησαν κι αυτοί έκλεψαν κι αυτοί ρήμαξαν. Κι αν όλα αυτά σας φαίνονται μακρινά και δε σας ενδιαφέρουν, ρίξτε μια ματιά σ’ αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην Ελλάδα.

Σήμερα δεν είμαστε υποταγμένοι σε κλέφτες; Αν όχι, γιατί κάθε μήνα ψάχνουμε στις τσέπες μας και βρίσκουμε όλο και λιγότερα, γιατί κάθε μέρα ψάχνουμε κάτι να κόψουμε, από κάπου να κάνουμε οικονομία για να εξασφαλίσουμε ότι θα έχουμε ένα πιάτο φαΐ και την επομένη; Σήμερα δεν είμαστε ραγιάδες, υποταγμένοι σε δολοφόνους; Αν όχι, για ποιο λόγο έχουν διπλασιαστεί οι αυτοκτονίες και μετράμε σήμερα πάνω από 3.000 νεκρούς από τότε που ξεκίνησε η κρίση; Και για ποιο λόγο η αντίστασή μας σε όλα αυτά περιορίζεται σε κούφια λόγια που εκτοξεύουμε από τον καναπέ του σπιτιού μας ή από το καφενείο της γειτονιάς μας;

Πολλοί θα μιλήσουν σήμερα για το μήνυμα της 25ης Μαρτίου. Άλλοι θα διαβάσουν ένα λόγο που βρήκαν πρόχειρο, έτσι για να βγουν από την υποχρέωση. Άλλοι θα βγουν στις τηλεοράσεις και θα πουν τα ίδια που λένε σε κάθε τέτοια περίσταση, χωρίς να πιστεύουν ούτε μία λέξη. Για μένα, το μήνυμα της ημέρας αυτής συμπυκνώνεται σε δύο λέξεις: επιλογή κι ευθύνη. Μπορούμε να επιλέξουμε να σκύψουμε το κεφάλι και να αφήσουμε αυτούς που ορίζουν τις τύχες μας να κάνουν ό,τι θέλουν, να συνεχίσουμε δηλαδή αυτό που κάνουμε ως τώρα. Ή μπορούμε να επιλέξουμε το δρόμο που χάραξαν οι πρόγονοί μας με τις φουστανέλες, αυτοί που σήμερα τους αποκαλούμε «ήρωες».

Δηλαδή, αυτοί οι ήρωες δεν ήταν άνθρωποι, σαν εμάς; Ήταν καλύτεροι; Πιο δυνατοί; Πιο έξυπνοι από εμάς; Η απάντηση είναι απλή: όχι. Ο Καραϊσκάκης, στη διάρκεια μιας μάχης, παράτησε τα όπλα του, σηκώθηκε πάνω και ξεβρακώθηκε για να δείξει στους Τούρκους πόσο τους λογαριάζει. Φυσικά εκείνοι τον πυροβόλησαν και η σφαίρα τον πέτυχε σε τέτοιο σημείο, που ο ήρωας πέρασε τους επόμενους δύο μήνες ξαπλωμένος μπρούμυτα. Ήταν έξυπνο αυτό; Η βασική διαφορά ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ αυτούς έγκειται στις επιλογές. Αυτοί επέλεξαν το δρόμο της επανάστασης. Και δεν ήταν καθόλου εύκολη η επιλογή τους. Ο Κολοκοτρώνης λέει: Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Εμείς, αν δεν είμασταν τρελοί, δεν θα κάναμε επανάσταση. Θα σκεφτόμασταν πρώτα: «δεν έχουμε όπλα, δεν έχουμε στρατό, οι περιουσίες μας θα καταστραφούν, είμαστε λίγοι και οι Τούρκοι πολλοί…». Όλα αυτά δεν ήταν απλές δικαιολογίες, ήταν σοβαρά επιχειρήματα, τεκμηριωμένα πάνω στην πικρή εμπειρία προηγούμενων, αποτυχημένων επαναστάσεων.

Σήμερα, σε μια τόσο δύσκολη περίσταση για την Ελλάδα και τους Έλληνες, την επανάσταση του 1821 οφείλουμε να την κάνουμε έμπνευση και κίνητρο. Είναι ανάγκη, τώρα περισσότερο από ποτέ, την κληρονομιά αυτή να την αξιοποιήσουμε, να πάρουμε από αυτήν δύναμη. Γιατί ο πρώτος εχθρός που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, ο πιο τρομερός κι επικίνδυνος, είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Το πιο μεγάλο θηρίο, το πιο άγριο, είναι η νοοτροπία μας και οι συνήθειές μας. Αυτές πρέπει πρώτα ν’ αλλάξουμε, να τις υποτάξουμε στη θέλησή μας και μετά να τις στρέψουμε ενάντια στους άλλους, στους εξωτερικούς μας εχθρούς.

Όπως έκανε ο Κολοκοτρώνης, που ήταν μανιώδης καπνιστής. Κάποτε, πριν την επανάσταση, βρέθηκε σ’ ένα καράβι κι είχε ξεμείνει από καπνό. Πήρε λοιπόν την ξύλινη πίπα που είχε μαζί του, έξυσε τον καπνό που είχε μείνει κολλημένος στα τοιχώματά της κι έστριψε τσιγάρο για να καπνίσει. Όπως ήταν αναμενόμενο, αηδίασε. Όχι τόσο με το τσιγάρο, όσο με τον εαυτό του. «Όρσε άνθρωπος!» φώναξε. «Θέλω να λευτερώσω την πατρίδα μου και δεν μπορώ να λευτερωθώ ο ίδιος από ένα συνήθειο». Τα πέταξε όλα στη θάλασσα κι από τότε δεν ξανακάπνισε ποτέ.

Ή όπως έκανε ο Ανδρέας Μιαούλης, που από μικρός ακόμα έπινε πολύ, μεθούσε άσχημα. Όταν οι πειρατές το 1800 κυνηγούσαν τα ελληνικά καράβια που έκαναν εμπόριο, οι άρχοντες της Ύδρας προσπαθούσαν να βρουν κάποια λύση. Σύμφωνα με την παράδοση, ο πατέρας του Μιαούλη τους είπε: «Αυτός μοναχά μπορεί να τα βγάλει πέρα – κι εννοούσε το γιό του – μα δεν τον αφήνει το κρασί». Όταν το έμαθε ο Μιαούλης, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάρει ένα τσεκούρι, να κατέβει στο κελάρι και να σπάσει όλα τα κρασοβάρελα. Το δεύτερο πράγμα που έκανε ήταν να βάλει κανόνια στο καράβι του. Το παράδειγμά του το ακολούθησαν αμέσως κι άλλοι και κάπως έτσι οι σκλάβοι βρέθηκαν ξαφνικά το ’21 με πολεμικό ναυτικό, εξοπλισμένο κι εμπειροπόλεμο.

Αυτές είναι πράξεις προσωπικού θάρρους. Αυτό είναι που χρειαζόμαστε σήμερα. Θάρρος για να κάνουμε πρώτα τον εαυτό μας καλύτερο και μετά ν’ απαιτήσουμε το ίδιο κι από τους άλλους. Δεν είναι εύκολο, κάθε άλλο μάλιστα. Θυμηθείτε οποιαδήποτε συζήτηση έχετε κάνει τον τελευταίο καιρό και θ’ ανακαλύψετε ότι για όλα φταίνε κάποιοι άλλοι. Φταίνε οι συμμαθητές, φταίνε οι γονείς, φταίνε οι δάσκαλοι, φταίνε οι τραπεζικοί, φταίνε οι πολιτικοί, φταίνε οι δεξιοί, φταίνε οι αριστεροί, φταίνε οι μετανάστες, φταίνε οι Ευρωπαίοι, πάντα φταίνε κάποιοι άλλοι. Αυτός είναι ο εύκολος δρόμος. Αυτός είναι ο δρόμος που μας στρέφει τον ένα ενάντια στον άλλο, τη στιγμή που θα έπρεπε να είμαστε ενωμένοι. Αυτός είναι ο δρόμος που οδήγησε τους Έλληνες σε δύο εμφύλιους πολέμους κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Αυτός είναι ο δρόμος που οδήγησε Έλληνες να δολοφονούν τους ήρωές τους, όπως τον Οδυσσέα Αντρούτσο. Οι Τούρκοι τον έτρεμαν και δεν μπορούσαν να τον σκοτώσουν, αλλά κάποιοι Έλληνες τον δολοφόνησαν το 1825 γιατί υποστήριζε το άλλο κόμμα και όχι το δικό τους. Αυτός είναι ο δρόμος που χάραξαν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Ιωάννης Κωλέττης κι άλλοι πολιτικάντηδες της εποχής εκείνης, άξιοι πρόγονοι των σημερινών πολιτικών μας ηγετών.

Αυτό που σας προτείνω εγώ είναι να αφήσετε τους Μαυροκορδάτους και τους Κωλέττηδες να σαπίσουν μαζί με τον αρχαίο Εφιάλτη και να στείλετε μαζί τους και τους σύγχρονους Εφιάλτες. Δεν μας αντιπροσωπεύουν, δεν μας κάνουν, δεν είναι αυτοί τα πρότυπα που θέλουμε για τους εαυτούς μας και για τα παιδιά μας. Αν θέλετε λοιπόν τη συμβουλή ενός δασκάλου, μιμηθείτε το παράδειγµα του Μακρυγιάννη, που όταν έφτασε στην ηλικία των 50 ετών κατάλαβε ότι όπλα για αγώνες κι επαναστάσεις δεν είναι μόνο αυτά που σκοτώνουν, αλλά και η μόρφωση. Μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε όλοι το δρόμο που μας έδειξε, το δρόμο της παιδείας, της πνευματικής καλλιέργειας που δεν μετριέται με βαθμούς κι εξετάσεις, αλλά με τη στάση μας στη ζωή.

Ταυτιστείτε με τον Καραϊσκάκη, δεν είναι δύσκολο. Ήταν κι αυτός αθυρόστομος, ευέξαπτος, παρορμητικός. Πάνω απ’ όλα όμως είχε αυτό που λέμε με την αλβανική λέξη «μπέσα». Η υπευθυνότητα, η μπέσα, η τσίπα, αυτά πρέπει να οδηγούν τις σκέψεις και τις πράξεις μας. Όχι το προσωπικό συμφέρον, όχι το ψέμα, όχι η υποκρισία.

Αν ψάχνετε για πρότυπα συμπεριφοράς, ρίξτε μια ματιά στη ζωή του Νικηταρά. Πολέμησε για να ελευθερώσει την πατρίδα του κι όταν τα κατάφερε, η πατρίδα του τον φυλάκισε και μετά τον άφησε να πεθάνει στους δρόμους, πάµπτωχος και εγκαταλειµµένος από όλους. Ο ίδιος δε ζήτησε ποτέ τίποτα από την ελεύθερη Ελλάδα. Ακόμα κι όταν οι άλλοι τον παρακινούσαν να απαιτήσει από το κράτος σύνταξη για όσα έκανε στην επανάσταση, εκείνος έλεγε πως η πατρίδα τον έχει ανταμείψει και δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω.

Δεν είναι εύκολο ν’ ακολουθήσει κανείς ένα τέτοιο παράδειγμα, το ξέρω. Και γίνεται ακόμα πιο δύσκολο όταν δίπλα μας κυριαρχούν τόσα αντίθετα παραδείγματα. Κανένας δεν είπε όμως ότι οι επαναστάσεις είναι εύκολες, ή ότι έχουν πάντα επιτυχία. Η επανάσταση του 1821 δεν ήταν η πρώτη ενάντια στους Τούρκους, είχαν γίνει πάρα πολλές άλλες στη διάρκεια των 400 χρόνων της σκλαβιάς. Αυτή ήταν η μόνη που πέτυχε. Αν θέλουμε να πετύχουμε στο δικό μας αγώνα, θα πρέπει να είμαστε ικανοί για τα δύσκολα, να ακολουθούμε το δρόµο της αξιοπρέπειας, να προσπαθούμε τίµια και µε αγωνιστικότητα για να έχουμε καλύτερο μέλλον, όχι μόνο εμείς, αλλά και τα παιδιά μας.

Ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, η Μπουμπουλίνα, ο Διάκος, ο Μιαούλης, ο Κανάρης, ο Νικηταράς και χιλιάδες άλλοι που αγωνίστηκαν πλάι τους, έκαναν μια επιλογή, πήραν την ευθύνη πάνω τους, επαναστάτησαν. Γι’ αυτό που έκαναν, σήμερα τους θυμόμαστε, τους τιμούμε και τους ευγνωμονούμε, με τα λόγια. Μήπως είναι καιρός να περάσουμε και στα έργα;

Κωνσταντίνος Κουσαρίδης





Συγνώμη για τους 100 πόντους…

3 03 2012

Χέρσει, Πενσυλβάνια, 2 Μαρτίου 1962.

Στα αποδυτήρια των Φιλαδέλφεια Γουόριορς στο Χέρσεϊπαρκ Αρίνα επικρατεί πανικός. Κόσμος φωνάζει, στριμώχνεται, γελάει, όλοι προσπαθούν να πλησιάσουν, να δουν από κοντά, να ακούσουν δυο κουβέντες για το θαύμα που έχει συντελεστεί πριν από λίγο.

Ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων των Γουόριορς παίρνει ένα κομμάτι χαρτί και μ’ ένα μαρκαδόρο γράφει επάνω τον αριθμό 100. Το δίνει σ’ έναν 26χρονο κι αυτός, νυσταγμένος κι εξαντλημένος, το κρατάει και προσπαθεί να μοιάξει ενθουσιασμένος. Ένας φωτογράφος του Ασοσιέιτεντ Πρες που έχει πάρει άδεια για να πάει με το γιο του στο γήπεδο, είναι εκεί και βλέπει τη σκηνή.

Κλικ!

Μία από πλέον διάσημες και αναγνωρίσιμες σε όλο τον πλανήτη φωτογραφίες από το ΝΒΑ έχει μόλις αποτυπωθεί στο φιλμ της μηχανής.

24 ώρες νωρίτερα, ο περιβόητος γυναικάς Γουίλτ Τσάμπερλεν κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: διασκεδάζει με γυναικεία συντροφιά. Κατά τις έξι τα χαράματα αφήνει την κοπέλα στο σπίτι της και δύο ώρες αργότερα μπαίνει στο τρένο για Φιλαδέλφεια άυπνος, με το κεφάλι καζάνι απ’ τα ποτά. Στη Φιλαδέλφεια καταφέρνει να χάσει το λεωφορείο που θα πήγαινε την ομάδα στο Χέρσεϊ  για να παίξει έναν αδιάφορο αγώνα με τους Νιου Γιορκ Νικς, σ’ ένα παγωμένο γήπεδο που είχε χτιστεί για να φιλοξενεί αγώνες χόκεϊ επί πάγου. Οι 4.124 θεατές που έχουν μισογεμίσει το γήπεδο ενδιαφέρονται περισσότερο για ένα ματς της τοπικής ομάδας ράγκμπι, που θα έκανε χαβαλέ παίζοντας μπάσκετ με την ομάδα ράγκμπι της Βαλτιμόρης, παρά για τον κανονικό αγώνα που ακολουθεί.

Ήταν τα πέτρινα χρόνια του ΝΒΑ, όταν η διοργανώτρια αρχή ανάγκαζε τις ομάδες να παίζουν σε γήπεδα τύπου «άγονης γραμμμής» σαν αυτό του Χέρσεϊ, μπας και κοπεί κανένα εισιτήριο παραπάνω, όταν το κολεγιακό μπάσκετ παρουσίαζε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον (και καλύτερο θέαμα) από το επαγγελματικό, όταν το NBC ήταν έτοιμο να μην ανανεώσει το τηλεοπτικό συμβόλαιο και να αφήσει το ΝΒΑ να μαραζώσει στην αφάνεια.

Όταν τελικά φτάνει στο γήπεδο,ο Τσάμπερλεν πέφτει κατευθείαν πάνω στα ηλεκτρονικά που είναι στημένα στο διπλανό μαγαζί. Τα αποδυτήρια είναι σε κακή κατάσταση και πολλοί παίκτες προτιμούν να κάνουν εκεί το «ζέσταμά» τους. Ένα φλιπεράκι αναστενάζει στα χέρια του Γουίλτ, που κερδίζει οκτώ δωρεάν παιχνίδια, καταστρέφοντας ό,τι ρεκόρ είχε καταγράψει ως τότε το ταλαίπωρο μηχάνημα. Πηγαίνοντας για το τζάμπολ, έχει ακόμα στο μυαλό του τα «κατορθώματά» στα ηλεκτρονικά και χαμογελάει. Θα τα πάει καλά απόψε, είναι σίγουρος.

Οι Νικς παρατάσσονται χωρίς το βασικό τους σέντερ Φιλ Τζόρντον, που είναι άρρωστος. Ο προπονητής τους, Έντι Ντόνοβαν, προσπαθώντας να δώσει κουράγιο στους παίκτες του είχε δηλώσει νωρίτερα ότι η ομάδα του δε θα ξεφτιλιστεί από τον Τσάμπερλεν, αφού οι παίκτες του είναι αρκετά έξυπνοι ώστε να μην προσπαθήσουν να σπρώξουν τον δυνατότερο παίκτη στο πρωτάθλημα. Αντί γι’ αυτό, θα τον κάνουν να ψοφήσει στο τρέξιμο. Το γεγονός ότι ο ψηλός των Γουόριορς είναι πιο γρήγορος κι έχει περισσότερη αντοχή από όλους τους παίκτες των Νικς μαζί, προτιμάει να μην το αναφέρει. Ο αναπληρωματικός σέντερ Ντάραλ Ίμχοφ που καλείται να τον αντιμετωπίσει δεν είναι κανένας τυχαίος. Έχει πάρει κολεγιακό πρωτάθλημα (βάζοντας το νικητήριο καλάθι στον τελικό), είναι χρυσός ολυμπιονίκης και όλοι ξέρουν ότι είναι ένας σοβαρός, αξιόπιστος αμυντικός.

Αυτό το τελευταίο όμως ξέχασαν να το πουν στον Τσάμπερλεν, ο οποίος στο πρώτο 12λεπτο βάζει 23 πόντους, γαρνιρισμένους με 9/9 ελεύθερες βολές, που ήταν ανέκαθεν η αχίλλειος πτέρνα του. Στο ημίχρονο έχει φτάσει τους 41, έχει φορτώσει τον Ίμχοφ με φάουλ και ο συμπαίκτης του, Γκάι Ρότζερς ρίχνει την ιδέα: «Ας του δώσουμε τη μπάλα, να δούμε πόσους θα βάλει». Ο προπονητής Φρανκ Μαγκουάιρ συμφωνεί και μέχρι να τελειώσει το τρίτο δωδεκάλεπτο το κοντέρ γράφει 69 πόντους.  Για τον Τσάμπερλεν, όχι για τους Γουόριορς. Αυτοί έχουν σούμα 125 έναντι μόλις… 106 των Νικς και απομένει ακόμα ένα δωδεκάλεπτο!

Το τελευταίο αυτό δωδεκάλεπτο είναι παραληρηματικό. Οι τέσσερις συμπαίκτες του παλεύουν με κάθε τρόπο να του περάσουν τη μπάλα και μετά κάθονται και χαζεύουν το θέαμα. Οι Νικς αρχίζουν να διπλο- και τριπλομαρκάρουν τον εφιάλτη τους χωρίς το παραμικρό αποτέλεσμα. Τα μεγάφωνα του γηπέδου ανακοινώνουν μετά από κάθε καλάθι τους πόντους του Γουίλτ. Όταν φτάνει τους 79, έχει ήδη σπάσει το (δικό του) ρεκόρ πόντων σε ένα παιχνίδι για το ΝΒΑ και οι θεατές αρχίζουν ξεσηκώνονται και να απαιτούν να παίρνει αυτός όλες τις επιθέσεις. Ο προπονητής των Νικς δίνει σαφή εντολή: «Κάντε φάουλ σε όλους τους άλλους και ροκανίστε το χρόνο στις επιθέσεις να μη γίνουμε ρεζίλι». Ο συνάδελφός του στον απέναντι πάγκο έχει φάρμακο και γι’ αυτό. Βγάζει έξω τη βασική του τετράδα και πετάει μέσα τους παγκίτες με την εξής απλή οδηγία: «Κάντε τους αμέσως φάουλ για να παίρνουμε εμείς τη μπάλα μετά».

Μένει λιγότερο από ένα λεπτό για τη λήξη και ο Τσάμπερλεν έχει 98 πόντους. Ο Ράκλικ δίνει τη μπάλα στον Ρότζερς κι αυτός στον Τσάμπερλεν που βρίσκεται στο λόου ποστ με τους πέντε Νικς γύρω του. Σουτάρει κι αστοχεί. Ο Λάκενμπιλ παίρνει το ριμπάουντ και του ξαναδίνει τη μπάλα. Σίδερο ξανά. Νέο ριμπάουντ από τον Λάκενμπιλ που αυτή τη φορά πασάρει στον Ράκλικ. Εκείνος, παρόλο που έχει χώρο να μπει για το λέι απ, πετάει τη μπάλα ψηλά για τον Γουίλτ. Καθώς την αρπάζει στον αέρα, θυμάται: «Είμαι 2,16 κι 135 κιλά. Δεν ξανασουτάρω. Θα τους καρφώσω όλους μαζί με τη μπάλα». Κι αυτό ακριβώς έκανε.

Χρειάστηκε να περάσει ένα δεκάλεπτο μέχρι να βγάλουν σηκωτούς καμιά 200αριά θεατές που όρμηξαν μέσα στον αγωνιστικό χώρο, για να μπορέσει να συνεχιστεί το παιχνίδι. Σε αυτά τα τελευταία 46 δευτερόλεπτα, ο Τσάμπερλεν καθόταν στη μέση του γηπέδου, αρνούμενος να αγγίξει τη μπάλα, αφού όπως ομολόγησε αργότερα το 100 του φαινόταν ωραιότερο από το 102. Το τελικό σκορ είναι 169 – 147 και οι παίκτες τοων Νικς παραμιλάνε: «Μα είναι δυνατόν; Βάλαμε 147 πόντους. Πώς γίνεται να χάσαμε με 20 πόντους διαφορά;»

Το τελειωτικό χτύπημα δίνεται λίγες ώρες αργότερα στη Νέα Υόρκη. Εκεί είναι το σπίτι του Γουίλτ Τσάμπερλεν, ο οποίος μη έχοντας άλλο τρόπο να επιστρέψει, μπαίνει στο ίδιο αυτοκίνητο με δύο παίκτες των Νικς, τους Γουίλι Νολς και Τζόνι Γκριν. Σε όλη τη διαδρομή ο Τσάμπερλεν, ψόφιος καθώς είναι, λαγοκοιμάται και ακούει μερικές μόνο σκόρπιες κουβέντες από τη συζήτηση των δύο αντιπάλων του που λένε πόσο αντιεπαγγελματική ήταν η συμπεριφορά του και τι σόι καθίκι είναι αυτό που βάζει 100 πόντους και θα ‘πρεπε να ντρέπεται που ξεφτιλίζει έτσι τους συναδέλφους του και άλλα τέτοια. Φτάνοντας στο σπίτι του, ο Τσάμπερλεν κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και τους λέει: «Ευχαριστώ ρε παιδιά που με φέρατε και συγνώμη για τους 100 πόντους… Δεν το ήθελα…»

 

Κώστας Κουσαρίδης





Βρείτε τις διαφορές

23 02 2012

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης «Ανατολικός Αστήρ» στο φύλλο του Σαββάτου, 19 Νοεμβρίου 1877, υπό τον τίτλο «Τις ο διδάσκαλος» .

Προκαλώ οποιονδήποτε να εντοπίσει έστω και μία διαφορά στην αντιμετώπιση των δασκάλων τότε και σήμερα, μόλις… 135 χρόνια αργότερα.

῾Όσῳ ἀληθεύει ὅτι περιεφρονήθει το διδασκαλικόν ἐπάγγελμα μέχρις ἐσχάτου ἐξευτελισμού, τοσούτω ἀνατίῤῥητον ὑπάρχει ὅτι πολλοί τῶν διδασκάλων ὅλως παρεγνώρισαν τήν ἱεράν αὑτών ἀποστολήν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο πταίει αὐτή ἡ κοινωνία, ἥτις, τοιαύτην δημιουργήσασα τήν θέσιν τοῦ διδασκάλου, ἀποθαῤῥύνει μέν τόν κατανοοῦντα ὅτι ἡ εὐσυνείδητος ἐξάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος τούτου (ἐάν πρέπῃ νά ονομασθῇ ἐπάγγελμα), ἀπαιτεῖ ὑπέρτατον ἀφοσίωσιν καί τελείαν αὐταπάρνησιν, ὑποθάλπει δέ τήν ἀγυρτίαν καί τήν ἀμάθειαν.

Ἡ ἱερότης τοῦ ὑψηλοτέρου τούτου τῶν λειτουργημάτων, ἀναβιβάζουσα τόν διδάσκαλον ὑπεράνω παντός ἀξιώματος, ἀπήτει τοιαύτην ἐν τῇ κοινωνίᾳ τήν θέσιν τοῦ διδασκάλου, ὥστε ἔπρεπεν οὗτος οὐ μόνον τήν ἀνωτάτην νά κατέχη ἐν αὐτῇ περιωπήν καί τῶν ὑπερτάτων ν’ ἀπολαύῃ τιμῶν, ἀλλά καί τά πρός συντήρησι μέσα νά κέκτηται τοιαῦτα, ὥστε ζῶν ὅσον ἔνεστιν ἀνέτως νά δύναται νά ὑπομένη τούς πόνους, οὕς ἡ ἀκριβής ἐκπλήρωσις τῶν ὑψηλών αὑτοῦ καθηκόντων συνεπάγεται. Δέν ἀρκεῖ ἡ πρός μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἡμῶν συστήματος τάσις, ἀνάγκη, καί ἀνάγκη κατεπείγουσα, νά βελτιώσωμεν τήν θέσιν τοῦ διδασκάλου, ἐάν ἐπιθυμῶμεν νά ἔχωμεν διδασκάλους ἀξίους τοῦ ὀνόματος τούτου, ἐάν ὄντως ἐπιποθῶμεν τήν πλήρη ἐπιτυχίαν του διαῤῥυθμιζομένου ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος. Εἰς τί θά χρησιμεύσει ἡ διαῤῥύθμισις αὕτη ἄνευ καλῶν διδασκάλων, ἀφ’ ἑτέρου δέ, πῶς δυνάμεθα νά ἔχωμεν καλούς διδασκάλους, ἐάν μή δοθῇ ἡ ἐμπρέπουσα εἰς τό ἐπάγγελμα τοῦτο ἀξία; Ἐκτίμησις ἄρα, ἀφ’ ἑνός, τοῦ διδασκαλικοῦ ἐπαγγέλματος ὑπό τῆς κοινωνίας καί συναίσθησις, ἀφ’ ἑτέρου, τῆς αποστολῆς αὐτοῦ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ διδασκάλου· ἰδού τίνα ἀπαιτοῦνται ὅπως γένηται ὄντως καρποφόρος ἡ περί τό ἐκπαιδευτικόν ἡμῶν σύστημα ἀρξαμένη μεταῤῥύθμισις.

Για όσους η καθαρεύσουσα πέφτει κάπως δύσπεπτη, ορίστε και μια πρόχειρη απόδοση στην νεοελληνική:

«Όσο αληθεύει ότι το διδασκαλικό επάγγελμα περιφρονήθηκε μέχρις έσχατου εξευτελισμού, άλλο τόσο αναντίρρητο είναι το ότι πολλοί από τους δασκάλους έχουν εντελώς υποτιμήσει την ιερή αποστολή τους. Αλλά γι’ αυτό φταίει η ίδια η κοινωνία η οποία έχει φέρει το δάσκαλο σ’ αυτή τη θέση, αφού από τη μια αποθαρρύνει όποιον κατανοεί ότι η ευσυνείδητη εξάσκηση αυτού του επαγγέλματος (αν πρέπει να ονομαστεί επάγγλεμα) απαιτεί υπέρτατη αφοσίωση και ολοκληρωτική αυταπάρνηση, από την άλλη συντηρεί την απατεωνιά και την αμάθεια.

Η ιερότητα αυτού του υψηλότερου των λειτουργημάτων, που ανεβάζει το δάσκαλο πάνω απ’ όλα τα αξιώματα, απαιτούσε να είναι τέτοια η θέση του δασκάλου στην κοινωνία, ώστε θα έπρεπε εκείνος όχι απλά να έχει τη μεγαλύτερη κοινωνική αναγνώριση και να απολαμβάνει τις υπέρτατες τιμές, αλλά να διαθέτει και τέτοια μέσα συντήρησης (μισθό το λέμε σήμερα), ώστε ζώντας όσο γίνεται άνετα, να μπορεί να υπομένει τους κόπους που συνεπάγεται η σωστή εκπλήρωση των υψηλών του καθηκόντων. Δεν είναι αρκετή η τάση για μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, είναι ανάγκη, και μάλιστα κατεπείγουσα, να βελτιώσουμε τη θέση του δασκάλου, αν επιθυμούμε να έχουμε δασκάλους που θα αξίζουν να λέγονται έτσι, αν πραγματικά λαχταράμε την πλήρη επιτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος που μεταρρυθμίζουμε. Σε τι θα χρησιμεύσει αυτή η μεταρρύθμιση αν δεν έχουμε καλούς δασκάλους, και πώς μπορούμε να έχουμε καλούς δακάλους αν δε δοθεί η πρέπουσα αξία σ’ αυτό το επάγγελμα; Άρα χρειάζεται αφ’ ενός να εκτιμήσει η κοινωνία το διδασκαλικό επάγγελμα και αφ’ ετέρου να συναισθανθεί ο ίδιος ο δάσκαλος την αποστολή του. Να λοιπόν τι χρειάζεται για να είναι καρποφόρος η μεταρρύθμιση που αρχίζει στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.»

Ακούει κανείς;

 

Κώστας Κουσαρίδης





Το Φραγκοκάστελο κι οι Δροσουλίτες

5 09 2011

Θα πας στο τάδε μέρος; Τρελός είσαι; Ο δρόμος είναι χάλια…

Ως ανάποδος άνθρωπος που είμαι, όταν ακούω τη συγκεκριμένη φράση (και την ακούω μάλλον συχνά) παίρνω ανάποδες. Εννιά φορές στις δέκα, οι σχετικές μαρτυρίες για την κατάσταση του δρόμου, για την απόσταση, για την ώρα που χρειάζεται μέχρι τον τελικό προορισμό κτλ κτλ αποδεικνύονται τουλάχιστον αναξιόπιστες.

Κατεβαίνοντας στα Σφακιά

Έτσι έγινε και σήμερα (Τρίτη, 23/8) που θέλαμε να πάμε προς τα Σφακιά. Ο χάρτης έδειχνε ότι στη γύρω περιοχή υπάρχουν κάμποσες παραλίες, ο οδηγός τις εκθείαζε όλες, οπότε το μόνο που έμενε ήταν να επιλέξουμε μία απ’ όλες. Θέλοντας να συνδυάσουμε το τερπνό (βουτιές) μετά του ωφελίμου (αξιοθέατα) αποφασίσαμε να κατευθυνθούμε στο Φραγκοκάστελο. Ο δρόμος αποδείχθηκε καινούριος και καλοστρωμένος (με εξαίρεση ένα κομμάτι κοντά στα Σφακιά μήκους ενός χιλιομέτρου πάνω – κάτω), τα τούνελ στο Σφακιανό φαράγγι ήταν όλα διπλής κατεύθυνσης, ο μοναδικός κίνδυνος για τους οδηγούς ήταν να ξεχαστούν χαζεύοντας τη θέα κατά την τελική κατάβαση προς τη Χώρα Σφακίων. Συνολικά χρειαστήκαμε περίπου μιάμιση ώρα άνετης οδήγησης για να φτάσουμε από τα Χανιά στο Φραγκοκάστελο και η παραλία άξιζε να κάνεις ακόμα και το διπλάσιο δρόμο.

Αούτομπαν Ρεθύμνου - Χώρας Σφακίων

Η θέα από την αούτομπαν

Η παραλία του Φραγκοκάστελου

Φραγκοκάστελο

Η ιστορία αυτού του ξεχασμένου κάστρου είναι γοητευτική και μυστηριώδης. Χτίστηκε φυσικά από τους Βενετούς το 1370 και οι ντόπιοι αποφάσισαν να το αγνοήσουν επιδεικτικά. Σε στρατηγική θέση δε βρίσκεται, κανένα κομβικό σημείο δεν ελέγχει, οπότε αυτοί συνέχισαν να κάνουν τις εξεγέρσεις τους στα διπλανά βουνά και καταράχια. Η φρουρά δεν είχε τίποτα να κάνει πέρα από το να λιάζεται και κάποια στιγμή το κάστρο εγκαταλείφθηκε και αφέθηκε να ρημάξει εν ειρήνη.

Η ησυχία του ταράχτηκε για πρώτη φορά το 1828, δηλαδή μετά από 458 χρόνια αχρησίας. Η επαναστατική κυβέρνηση έκατσε και σκέφτηκε και αποφάσισε ότι η επανάσταση στην Κρήτη δεν έβαινε καλώς. Οι Κρητικοί εμφανίζονταν απρόσμενα σε μέρη που τους βόλευε, ή που δεν τους περίμεναν, σκότωναν μερικούς Τούρκους ή Αιγύπτιους (απ’ αυτούς που είχε φέρει ο Ιμπραήμ το 1824) και μετά έτρεχαν να ξανακρυφτούν στα δυσπρόσιτα βουνά τους. Εφάρμοζαν δηλαδή την παμπάλαια, δοκιμασμένη και πετυχημένη τακτική του κλεφτοπόλεμου.

Οι κυβερνητικοί φωστήρες (από τότε υποφέρουμε από τέτοιους) θεώρησαν ότι οι ίδιοι ξέρουν καλύτερα από πόλεμο κι έστειλαν στην Κρήτη τον Ηπειρώτη Χατζημιχάλη Νταλιάνη με 600 πεζούς και 70 ιππείς. Αποστολή αυτού του… εκστρατευτικού σώματος ήταν η απελευθέρωση της Κρήτης με κανονικές μάχες σε ανοιχτό πεδίο!!! Οι Τούρκοι έστειλαν εναντίον τους έτσι, για τα προκαταρκτικά, 8.000 πεζούς και 400 ιππείς με επικεφαλής τον Μουσταφά πασά. Το νέο μαθεύτηκε αμέσως και οι ντόπιοι προσπάθησαν να πείσουν τον Χατζημιχάλη να τραβηχτεί στα βουνά και ν’ ακολουθήσει τη δική τους τακτική. Ο Χατζημιχάλης αρχικά αρνήθηκε, μετά τους έβρισε κιοτήδες και τέλος, ετοιμάστηκε να πολεμήσει στην πεδιάδα που ανοίγεται μπροστά στο Φραγκοκάστελο.

Η μάχη ήταν άγρια και μέσα σε μια ώρα οι Ηπειρώτες είχαν χάσει 200 άντρες και τον αρχηγό τους, προξενώντας περίπου τις διπλάσιες απώλειες στους Τούρκους. Βλέποντας ότι η αναλογία 400 προς 8.000 δεν ήταν και πολύ ευνοϊκή, αναζήτησαν μια εναλλακτική λύση για να μη μακελευτούνε τζάμπα και βερεσέ και τότε είδαν το Φραγκοκάστελο! Παρατημένο, μισοερειπωμένο, αλλά τουλάχιστον θα τους προσέφερε κάλυψη και μια ευκαιρία να πουλήσουν ακριβά το τομάρι τους. Έτρεξαν λοιπόν, ταμπουρώθηκαν μέσα και, 458 χρόνια μετά την κατασκευή του, το κάστρο έβρισκε μια θέση στην Ιστορία και αποδείκνυε περίτρανα ότι οι Βενετοί ήταν τσακάλια στην οχυρωματική.

Εφτά μέρες πολιόρκησε ο Μουσταφά πασάς το Φραγκοκάστελο και στο μεταξύ οι Σφακιανοί όλο και μαζεύονταν σα μαύρα σύννεφα στα γύρω βουνά. Είδε κι απόειδε ο Μουσταφά κι επειδή χαζός δεν ήτανε, αποφάσισε να ξεμπερδεύει μ’ αυτό το μπελά το συντομότερο δυνατόν. Μήνυσε στους κλεισμένους και τους έταζε ό,τι τραβούσε η ψυχούλα τους, αρκεί να φεύγανε απο τούτο το ρημάδι και να τελείωνε επιτέλους η μάχη. Δέχτηκαν εκείνοι κι ο Τούρκος κράτησε τη μπέσα. Τους άφησε να βγουν και να φύγουν, ελεύθεροι, με τ’ άρματά τους και μετά γκρέμισε τους πύργους απ’ τη μεριά της ξηράς για να το αχρηστέψει και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Οι Σφακιανοί όμως δεν του χαρίστηκαν. Μέσα στα φαράγγια απ’ όπου έπρεπε να περάσει ο τούρκικος στρατός έστησαν ενέδρες και ο Μουσταφά έχασε περισσότερους άντρες στη διαδρομή, παρά μπροστά στο Φραγκοκάστελο.

Από τότε κάθε χρόνο, στα τέλη Μαΐου (17 – 18 του μηνός με το παλιό ημερολόγιο έγινε η μάχη), μια σειρά από μαυροντυμένους πεζούς και καβαλαραίους εμφανίζεται με το πρώτο φως της μέρας, λίγο πριν κάτσει η πρωινή ομίχλη. Ξεπηδάνε πάνω απ’ την ερειπωμένη μονή του Αγίου Χαραλάμπους κρατώντας όπλα και σπαθιά, περνάνε μπρος από το Φραγκοκάστελο και πριν ξεμυτίσει ο ήλιος χάνονται μέσα στη θάλασσα. Είναι οι περίφημοι Δροσουλίτες, που η λαϊκή παράδοση τους θέλει φαντάσματα του Χατζημιχάλη και των αντρών του που έπεσαν στη μάχη. Το φαινόμενο είναι τακτικό, έχει παρατηρηθεί από πολλούς – παρόμοια φαινόμενα έχουν καταγραφεί, αλλά σποραδικά, και σε άλλα μέρη του κόσμου – αλλά ικανοποιητική επιστημονική εξήγηση δεν έχει δοθεί ακόμα.

Κι ίσως να μη χρειάζεται…








Αρέσει σε %d bloggers: